Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Εφιάλτες

Δ. Κουφοντίνας

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου: Η Βουλή νομιμοποιεί άλλο ένα έγκλημα σε βάρος του ελληνικού λαού. Ξεπουλάει την ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ, μαζί με τη ΔΕΗ, την ΕΛΒΟ, τις Κτιριακές Υποδομές, το Αττικό Μετρό. Πιο πριν είχαν ξεπουλήσει το Ελληνικό, τα λιμάνια, τα τρένα, τα αεροδρόμια, όπως θα ξεπουλήσουν αύριο την Εγνατία με τους τρεις κάθετους άξονες, μαζί με ό,τι άλλο τους ζητήσουν.

Το νερό, αυτό το αδιαπραγμάτευτο δημόσιο αγαθό και κύριο ανθρώπινο δικαίωμα, μαζί με την ενέργεια, αυτόν τον βασικό στρατηγικό τομέα, μαζί με όλες τις υποδομές και τη δημόσια περιουσία, χαρίζονται μέσα από το Υπερταμείο στους σύγχρονους αποικιοκράτες για τα επόμενα 99 χρόνια. Η λέξη Υπερταμείο θα είναι αιώνιο όνειδος και ανάθεμα, η λέξη που θα συνοψίζει τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό, την εθελοδουλεία, την υποτέλεια και την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας των πολιτικών προδοτών και απατεώνων της κυβέρνησης.

Σήμερα στη Βουλή θα ανεβεί άλλη μια αηδιαστική παράσταση. Οι φανφάροι της αντιπολίτευσης θα σκαρφαλώσουν στους πιο υψηλούς τόνους στην κλίμακα της υποκρισίας για να καταγγείλουν όσα αυτοί οι ίδιοι ψήφισαν στο τρίτο μνημόνιο και εφάρμοσαν στα δύο προηγούμενα.

Όσο για τους κυβερνητικούς αξιωματούχους και τους γαντζωμένους στην καρέκλα τους βουλευτές, με περισσό θράσος και υποκρισία θα δηλώσουν ότι δεν συμφωνούν με τις μνημονιακές πολιτικές που οι ίδιοι με απόλυτη συνέπεια... ψηφίζουν και εφαρμόζουν. Ορισμένοι από αυτούς, με ξεδιαντροπιά, θα χύσουν τα δάκρυα του κροκόδειλου, επιδεικνύοντας την αναισθησία του παχύδερμου που δεν τους αγγίζει ο βόγκος, ο πόνος, η απελπισία ενός λαού που άλλη μια φορά προδόθηκε και ταπεινώθηκε.

Τελευταίο καταφύγιο της πολιτικής προδοσίας θα είναι και πάλι η επίκληση του παρελθόντος και του περίφημου ηθικού πλεονεκτήματος. Όμως αυτά τα πολιτικά ενδύματα, από μια τέτοια χρήση ξέφτισαν, έγιναν παρτάλια στους δουλικά λυγισμένους ώμους των ευρωλιγούρηδων εξουσιολάγνων. Γιατί το ηθικό το έχασαν από τη στιγμή που υποτάχθηκαν πλήρως στο σύστημα και έγιναν υπάκουα πιόνια της δικτατορίας του Χρήματος. Γιατί δεν μπορεί να υπάρξει Αριστερά όταν αποδέχεται την νέα κατοχή, όταν την υπηρετεί και οργανώνει τη συναίνεση και την υποταγή του λαού, σκορπίζοντας την πιο βαθιά απογοήτευση και απελπισία και φέρνοντας στα χείλη των φτωχών την τρομαχτική φράση «Όλοι ίδιοι είναι». Και την ακόμη χειρότερη «Όλοι έχουν την τιμή τους».

Γιατί ο ιστορικός ρόλος της Αριστεράς δεν είναι να ανέβει και να διαχειριστεί την εξουσία, αλλά να αντισταθεί και να υπερασπίσει τον λαό. Να σπάσει, αλλά να μη λυγίσει.

Ο ιστορικός μας, όταν θα γράφει για τις σημερινές μαύρες μέρες, θα αντικαταστήσει τα ονόματα της κυβερνητικής κλίκας με τις λέξεις: Προδότες. Ιούδες. Εφιάλτες.

Τρίτη 27/9/16

Δημήτρης Κουφοντίνας

Ειδική Πτέρυγα
φυλακές Κορυδαλλού

Πηγή: http://kufontinas.blogspot.gr/

Αφίσα για το 3ημερο Φεστιβάλ κατά του Φασισμού και Ρατσισμού..


Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ. ΜΝΗΜΕΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ




(9 Σεπτέμβρη του ΄22, έγινε η παράδοση της Σμύρνης στους Τούρκους. Μας πλάκωσε η πολιτική επικαιρότητα και δεν ανεβάσαμε ανήμερα το επετειακό κείμενο. Σήμερα που ησυχάσαμε το δημοσιεύουμε)



O παπούς ο Αρτέμης είναι πεθερός της Μαριλούς που έχει την ψαροταβέρνα στην Αρτάκη. Νταρντανογέροντας ,αιωνόβιος και με τα μυαλά τετρακόσια. Πρόσφυγας από Μ.Ασία.
Βρεθήκαμε προχτές βράδυ πάλι εκεί, παρέα διαλεκτή, να φάμε φρέσκο, αλανάρικο ψάρι και σαγανάκι κόκινο γαρίδα, μαγειρεμένο από τα άξια χέρια της στης νύφης του.
Τον ξέραμε κι από άλλες φορές το γέροντα. Τούτο το βράδυ ήταν αλλιώτικος, πιο εύθυμος, άνετος , με όρεξη για κουβέντα.Ξέραμε πως θα βγάζαμε "λαβράκι" έτσι κι άρχιζε να μολογάει ιστορίες από τα παλιά. Πάντα που φεύγαμε από την ταβέρνα , όλο και τρίβαμε τα μάτια μας, πέφταμε από έκπληξη σε απορία, έτσι, όπως διηγιόταν τα παράξενα και τα πρωτάκουστα του κόσμου.
Τον καλέσαμε ξανά στο τραπέζι. Μας χαιρέτισε με χειραψία δυνατή, αντρίκια, απόθεσε σαν έφηβος τα 100 του χρόνια στην καρέκλα , τσίμπησε “μεζέ”, κατέβασε “άσπρο πάτο” το μπρούσκο κρασί από το κατρούτσο που μας έφερε ο νύφη του και:
"Εγώ πρώτος το δοκιμάζω το κρασί και δίνω διάτα άμα μ΄αρέσει , να το πάρουν για το μαγαζί. Την ταβέρνα την ανάστησα ο ίδιος από το ΄50. Αργότερα , είχα πελάτες τ΄ασκέρι, τους Γάλλους μηχανικούς της ΠEΣΙΝΕ. Ακόμα έρχονται τα καλοκαίρια ,συνταξιούχοι πια με τα παιδιά και τα εγγόνια τους".
Μίλαγε σταθερά, ξάστερα, λές και ήταν παλικαράκι και κούναγε χέρια και κορμί και έλεγε αστεία και γαργαλιστικές ιστορίες. Και προγραμμάτιζε.
"Με το που θα κυλήσουν οι χυμοί, θα την κουρέψω τη μουριά..." ,μουρμούρισε κάποια στιγμή σα να μιλούσε στον εαυτό του. Λογάριαζε λες και είχε όλη τη ζωή μπροστά του, σάμπως όλα να ήταν ίσωμα και ρόδινα. Ο γέρο Αρτέμης, το προσφυγάκι το ΄22 από τη Σμύρνη, που το φέραν παιδί και ρίζωσε από τότε στην άλλη άκρη της θάλασσας ,στην παραλία που οι ίδιοι οι γονέοι του την ονομάτισαν με το όνομα της χαμένης Αρτάκης.
-Για τη Μικρασία τί θα μας πεις"; Τον τσίγκλησε ο κολλητός μια στιγμή.
-Σαν σήμερα παραδόθηκε στον Τούρκο η Σμύρνη!
Είχε τελειώσει μια άλλη ιστορία για ψαρέματα με δυναμίτες στα σκότη μέσα της θάλασσας. Και μόλις άκουσε την ερώτηση, σαν να τον χτύπησε κεραυνός, σοβάρεψε, μάζεψε η όψη του τη θλίψη, φανερό πως τον κατάκλυσαν οι τραγικές μνήμες από τις χαμένες πατρίδες και το κακό που ξέσπασε. Κι άρχισε αργά, αλλά πάντα με σταθερή, ξάστερη φωνή, χωρίς ίχνος λυγμού ή παράπονου να διηγείται.
Τα είπε όλα, σοφά, συλλογιζόμουν μετά. Μετρημένα, αλογόκριτα, στις σωστές τους διαστάσεις τα γεγονότα, χωρίς φανατισμούς και ξεσπάσματα. Δυο ώρες και βάλε μολόγαγε την ιστορία ζωντανή, βιωμένη, με το χρώμα που δίνουν στα ιστορικά δρώμενα, όσοι τα "ζωγραφίζουν" από πρώτο χέρι .
"...΄Ηρθαν οι δικοί μας, πήραν τη Μ.Ασία . Δεν τους έφτασε . ΄Ηθελαν να πάρουν την Τουρκιά ολόκληρη, να φτάσουν στην ΄Αγκυρα, στην "κόκινη μηλιά". Κι έγινε εκεί ο τάφος τους. Αλλά, μόλις ο Τούρκος γονάτισε τον ελληνικό στρατό, το βάλανε στα πόδια οι φαντάροι, τρέχανε σαν τους λαγούς για να σωθούνε. Κι εμάς μας παράτησαν πίσω στο έλεος του θεού και στο σπαθί του Κεμάλ. Μας παράτησε σου λέω ο στρατός, το δικό μας αίμα, μόνους και αβοήθητος. Δε στο λέω εγώ. Το ξεστόμισε παράπονο και κατάρα ο ίδιος ο αρχιστράτηγος Χατζηανέστης πριν τον εχτελέσουνε:
"Η μόνη μου εντροπή είναι ότι υπήρξα αρχιστράτηγος φυγάδων" Το είπε!
"Μας έκαψε παιδί μου ο Κεμάλ στη Σμύρνη. ΄Εβγαλε το άχτι του για όσα του κάνανε οι δικοί μας εκεί. Χαμός μέγας, συφορά, πανικός, καταστροφή. Και ο κόσμος, ανήμπορος και προδομένος, όπου φύγει-φύγει με τα σαπιοκάραβα, με καϊκια, με βάρκες, ακόμα και σε ξύλα πάνω είδα ανθρώπους να πλέουν στη θάλασσα. Παιδάκι εγώ, βλέπαμε φωτιές και καπνούς ,όσο έφτανε το μάτι. Ακόμα και όταν πια αργέψαμε στο πέλαγο,ο αγέρας έφερνε στη μύτη μας την καπνιά και την τσίκνα από τα καμμένα".
΄Ηταν συνεπαρμένος τώρα, όχι όπως στην αρχή, ήρεμος και ασυγκίνητος . ΄Ηταν αλλόκοτος, φανερά αλλού ταξιδεμένος. Είχε μεταμορφωθεί, γινόταν άυλος. ΄Ανθρωπος δεν ήταν εκείνη την ώρα ο παπούς Αρτέμης που ξετύλιγε , μπροστά μας με τρόπο μοναδικό και απαράμιλλο τη ματωμένη ιστορία της Μικρασιατικής καταστροφής.
Είχε τα πάντα κρατημένα στο μυαλό του ο γέροντας. Σαν σε άφθαρτο και καλά φυλαγένο στικάκι με όλα τα αρχεία εκείνης της εποχής σωσμένα. Αλήθειες ατόφιες, μοναδικές, ιστορικές, αναντικατάστατες. Κόντευε μεσάνυχτα κι εκείνος ακόμα θυμόταν, μολόγαγε με θέρμη, αλλά και με σπαραγμό τώρα. Οι πελάτες γύρω μας είχαν σιγά σιγά αρχίσει να αραιώνουν .Κάποια στιγμή ήρθε και η Μαριλού στο τραπέζι μας.
-Πατέρα είναι αργά, να πας να ξαπλώσεις,τον μάλωσε. Να αφήσεις και τα “παιδιά” να φύγουν. Σαν να ξύπνησε από λήθαργο, έκανε μια γύρα τη ματιά στο μαγαζί, μας κοίταξε κι εμάς με εκείνο το υγρό ,καλοσυνάτο βλέμμα. Μετά απρόσμενα,με φωνή που έτρεμε,όχι από το χρόνο αλλά από τη συγκίνηση, πήρε αργόσυτα να τραγουδά το θρήνο της καταστροφής της χαμένης πατρίδας:
΄Σαν της Σμύρνης το γιαγκίνι
στο ντουνιά δεν έχει γίνει
κάηκε και `γινε στάχτη
κι έβγαλ’ ο Κεμάλ το άχτι
Κάηκε κι ένα σχολείο
που `ταν Παρθεναγωγείο
κάηκε και μια δασκάλα
που `ταν άσπρη σαν το γάλα
Κάηκε το Σταυροδρόμι
κι ο Μπουγιούκ – ντερές ακόμη
Σμύρνη φτωχομάνα Σμήρνη
που `ναι η ομορφιά σου εκείνη!



Τα μάτια του είχαν γίνει πια βρύσες,τρέχανε τα δάκρυα στο κλαρωτό τραπεζομάντηλο . Τον έπιασε τρυφερά η Μαριλού, τον σήκωσε με σέβας και αναγνώριση . Δεν είχε κουράγιο να μας χαιρετίσει. Κούνησε μόνο το κεφάλι. Τον πήρε η νύφη του από το χέρι και κρατώντας τον προστατευτικά από τη μασχάλη τον ανέβασε επάνω να ξαπλώσει , να ηρεμήσει, να ξεχάσει, να τον βρει το καλό εκείνο το όνειρο. Να ζήσει πάλι σαν παιδί στα σοκάκια και τους ελληνικούς μαχαλάδες της Σμύρνης ,τότε που ακόμα η αφροσύνη των Ελλήνων και το άχτι του Κεμάλ δεν είχαν κάνει την ακμάζουσα πόλη της Ιωνίας στάχτη.
-Τι λες,με κάνει ο κολλητός, μόλις σηκωθήκαμε κι εμείς από το τραπέζι και φύγαμε. Πώς τα άκουσες όσα είπε ο γερο-Αρτέμης; Δεν του απάντησα.
Τί να πεις, άλλωστε; Η ζωντανή Ιστορία μίλησε. Τα λόγια περιττεύουν. Σκεφτόμουν μόνο πόσο καθερά, ξάστερα, χωρίς φανατισμούς και παραληρηματικά ξεσπάσμα κάτι Ελληναράδων, τα είπε ο γέροντας .

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΤΟΥ 1922 «Τι θέλετε εδώ τουρκόσποροι;»-«Αγέλη προσφύγων»!!!



Τα αθώα θύματα ενός άδικου Πολέμου- Δυο φορές ξένοι: Μια στην Μικρά  Ασία και μια στην «μητέρα Ελλάδα»- Ιστορίες της προσφυγιάς τόσο επίκαιρες σήμερα με τα χιλιάδες θύματα των ιμπεριαλιστικών πολέμων που κατέφυγαν στη χώρα μας


Τα κρούσματα της ξενοφοβίας και του ρατσισμού κατά των προσφύγων από τη Συρία πολλαπλασιάζονται. Στο Ωραιόκαστρο, στη Φιλιππιάδα, στην Αλεξάνδρεια, σύλλογοι γονέων απειλούν ότι θα καταλάβουν τα σχολεία, αν φιλοξενηθούν σ΄ αυτά προσφυγόπουλα.

Δεν είναι μόνο ζήτημα ανθρωπισμού, ή αλληλεγγύης. Τα περισσότερα από τα χωριά όπου εμφανίστηκαν αυτά τα κρούσματα είναι χωριά προσφύγων από τον Πόντο και τη Μικρασία.

Οι σημερινοί γονείς, που αποκλείουν από τα σχολεία τα παιδιά των προσφύγων, είναι εγγόνια και δισέγγονα ανθρώπων που ήρθαν σ΄ αυτά τα μέρη, ξεριζωμένοι από τις πατρίδες και τα σπίτια τους.

Και για ένα λόγο παραπάνω θα έπρεπε αυτοί οι γονείς να συμπονούν και να συντρέχουν τους σημερινούς πρόσφυγες. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνούν ότι οι ξεριζωμένοι πρόγονοι τους, όταν εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, αντιμετώπισαν παρόμοιες συμπεριφορές, αποκλεισμού και απόρριψης από τους ντόπιους.
Το αντίδοτο

Επειδή, λοιπόν, πιστεύουμε ότι το καλύτερο αντίδοτο στο δηλητήριο της ξενοφοβίας, του ρατσισμού και του φασισμού, είναι η ιστορική γνώση, θα προσπαθήσουμε να αναπαραστήσουμε το περιβάλλον και το κλίμα που αντιμετώπισαν οι δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες από τη Μικρασία και τον Πόντο, όταν μετά από την τραγική εμπειρία του ξεριζωμού, έφθασαν στην Ελλάδα. Σ΄ αυτή την προσπάθεια θα χρησιμοποιήσουμε μόνο τις δικές τους μαρτυρίες, από τα αρχεία του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών και της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες.



Πριν απ΄ αυτό, όμως, αξίζει να σημειώσουμε τη στάση του επίσημου ελληνικού κράτος, το οποίο ευθυνόταν εξ ολοκλήρου για το δράμα αυτών των ανθρώπων.

Να θυμίσουμε δηλαδή ότι ο πρώτος τόπος «φιλοξενίας» των προσφύγων από την Μικρασία, ήταν η Μακρόνησος! Εκεί, όπου είχε στηθεί υγειονομικός σταθμός (καραντίνα), όπου εξετάζονταν για μολυσματικές ασθένειες όσοι έρχονταν με τα καράβια από τα μικρασιατικά παράλια.
«Αγέλη προσφύγων»

Αξίζει όμως να σταθούμε και στο πως αντιμετωπίστηκαν αυτοί οι πρόσφυγες, στην ίδια τους την πατρίδα, από τον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο της εποχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο εκδότης της «Καθημερινής», Γεώργιος Βλάχος, αυτός που στις 14 Αυγούστου 1922 μία μέρα μετά την έναρξη της επίθεσης του Κεμάλ Ατατούρκ, που σήμανε την αρχή του τέλους του μικρασιατικού ελληνισμού, έγραψε το πασίγνωστο άρθρο με τίτλο «Οίκαδε», με το οποίο καλούσε την ελληνική κυβέρνηση και το στρατό να εγκαταλείψουν στην τύχη τους τους Έλληνες της Ιωνίας και του Πόντου. Ο Βλάχος λοιπόν ακόμη και το 1928 όταν έγραφε, ή μιλούσε για τους πρόσφυγες, χρησιμοποιούσε δύο λέξεις : «Αγέλη προσφύγων». Ακόμη, ο Νίκος Κρανιωτάκης, ο φιλομοναρχικός εκδότης της εφημερίδας «Πρωινός Τύπος», το 1933 ζητούσε επιτακτικά να επιβληθεί στους πρόσφυγες να φορέσουν κίτρινα περιβραχιόνια για να τους διακρίνουν και να τους αποφεύγουν οι Έλληνες!

Οι πρόσφυγες ήρθαν σε μια χώρα, μικρή και  φτωχή. Οι συνθήκες ζωής τον πρώτο καιρό ήταν τραγικές. Η Αθήνα , η Θεσσαλονίκη και οι άλλες πόλεις περιτριγυρίζονταν από ατέλειωτα στρατόπεδα με σκηνές και ένα άθλιο δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης. Και το ψωμί λιγοστό που μοιράζονταν σε συσσίτια. Και από πάνω οι αρρώστιες ο τύφος και η ευλογιά που θέριζαν τους δυστυχισμένους πρόσφυγες. Για να αποσοβηθεί ο κίνδυνος επιδημιών, αμερικανικές φιλανθρωπικές οργανώσεις δημιούργησαν υγειονομικό σταθμό ( καραντίνα) στη Μακρόνησο, όπου γινόταν έλεγχος σε όσους επέβαιναν στα πλοία που μετέφεραν τους πρόσφυγες. Άλλες οργανώσεις μοίραζαν φάρμακα και παρείχαν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στους πρόσφυγες.
 Ανθρώπινα ράκη

Οι Έλληνες που ζούσαν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας ήταν τα πρώτα θύματα της ανταλλαγής. Υποχρεώθηκαν σε μια μαρτυρική πορεία οκτακοσίων χιλιομέτρων κάτω από τραγικές συνθήκες. Ανθρώπινα ράκη έπρεπε να πορευτούν μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον, και με κίνδυνο ζωής από τις συμμορίες των Τούρκων εθνικιστών.



Πολλοί πέθαναν από κακουχίες και ασιτία. Συνολικά, το φθινόπωρο του 1922 έφθασαν στην Ελλάδα περίπου 900.000 πρόσφυγες (ανάμεσά τους και 50.000 Αρμένιοι). Περίπου 200.000 Έλληνες παρέμεναν στην Καππαδοκία και γενικότερα στην Κεντρική και Νότια Μικρά Ασία. Αυτοί μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα το 1924 και το 1925 με τη φροντίδα της Μικτής Επιτροπής. Ένα τμήμα των Ελλήνων του Πόντου κατέφυγε στη σοβιετική Ρωσία.


Τους θέριζαν ο τύφος, η ελονοσία και η φυματίωση

Ο αριθμός πρέπει να ήταν πολύ μεγαλύτερος, αν υπολογίσουμε την υψηλή θνησιμότητα των πρώτων χρόνων λόγω των άθλιων συνθηκών διαβίωσης και των επιδημιών, το μειωμένο αριθμό των γεννήσεων και τη μετανάστευση πολλών προσφύγων σε άλλες χώρες. Στην απογραφή του 1928 καταγράφηκαν 1.220.000 πρόσφυγες. Οι αρρώστιες κατέβαλλαν τους πρόσφυγες που ήταν ταλαιπωρημένοι, πρόχειρα στεγασμένοι και υποσιτίζονταν. Ο τύφος, η γρίπη, η φυματίωση (κυρίως στις πόλεις) και η ελονοσία (κυρίως στην ύπαιθρο) τους θέριζαν. Σύμφωνα με στοιχεία της Κοινωνίας των Εθνών, ένας σημαντικός αριθμός προσφύγων πέθαναν μέσα σ’ ένα χρόνο από την άφιξή τους στην Ελλάδα.

Χαρακτηριστικές για τις τραγικές ώρες που έζησαν οι πρόσφυγες είναι μερικές μαρτυρίες τους που παρουσιάζουμε  από τα αρχεία του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών και της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες.


«Και ποιος δεν έκλαψε νεκρούς;»

   Απόστολος Μυκονιάτης  ( από το παραθαλάσσιο χωριό Ατζανός, κοντά στην Πέργαμο, απέναντι από τη Λέσβο):

«…Εμείς οι άλλοι περιμέναμε τρεις μέρες, ώσπου μπήκαμε σε καΐκια και μπαρκάραμε για τη Μυτιλήνη. Ώσπου να πατήσει το ποδάρι του ο τούρκικος στρατός στο χωριό, άραζαν καΐκια και μας παίρναν, Πίσω-πίσω στη Μυτιλήνη δεν μας δέχουνταν. Δεν είναι και πλούσιος τόπος- από ένα μαξούλι (σοδειά] περιμένει. Βασανιστήκαμε, κακοκοιμηθήκαμε, κακοφάγαμε, μεγάλη συμφορά πάθαμε. Και ποιος δεν έκλαψε νεκρούς; Και ποιος δεν κακοπάθησε και ποιος δεν κλαίει ακόμα; Μονάχα τα παιδιά που γεννήθηκαν εδώ, τ’ ακούνε σαν ψεύτικα παραμύθια…».



 Αβραάμ Ελβανίδης ( ήρθε στην Ελλάδα από τον Πόντο):

 «Από το χωριό το Kαράτζορεν του Πόντου βγήκαμε με την ανταλλαγή εκατόν δεκατέσσερις οικογένειες. Aπό τη Mερσίνα φύγαμε δυο αποστολές. H πρώτη αποστολή πήγε στη Θεσσαλονίκη κι από εκεί στην Άνω Bροντού Σερρών.
 H δεύτερη αποστολή, από τον Aϊ-Γιώργη του Πειραιά, πήγε με το πλοίο στο Bόλο. Tα Φάρσαλα είπαν ότι στην περιοχή τους δεν υπάρχουν πρόσφυγες και να έρθουν να εγκατασταθούν. Έτσι ήρθαμε στα Φάρσαλα. Tο 1924 έγινε αυτό, τέλη Oκτωβρίου (…) Eίχαμε αρρώστιες, δεν μας σήκωσε το κλίμα. O τόπος όπου χτίσαμε το συνοικισμό μας ήταν τσιφλίκι της Nομικίνας. Δεν ξέρω ποια ήταν. Aσχολούμαστε με τη γεωργία, δημητριακά, επίσης και βαμβακοκαλλιέργεια.
 Όταν πρωτοήρθαμε, δεν ήξερε ο κόσμος ελληνικά. Oι ντόπιοι μας κορόιδευαν, μας έλεγαν τουρκόσπορους. Έλεγαν ότι ήρθαμε και στένεψε ο τόπος τους. Αυτοί ήταν κακομοίρηδες. Εμείς καθόμασταν στο καφενείο παρέα δέκα άντρες. Βάζαμε και οι δέκα τα πακέτα μας με τα τσιγάρα που ανοίγαμε πάνω στο τραπέζι. Οι ντόπιοι απορούσαν: «Βρε, δέκα πακέτα τσιγάρα. Μήπως τα πουλάτε;…».



 Κατίνα Εμφιετζή-Μητσάκου ( Ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία τριών ετών. Η μαρτυρία της στηρίζεται σ’ αυτά που της περιέγραψε η μητέρα της Αναστασία. Ο πατέρας της, Ιορδάνης Εμφιετζής, εκτελέστηκε από τον τουρκικό στρατό. Ως Τούρκος υπήκοος κλήθηκε να υπηρετήσει σ’ αυτόν. Λιποτάκτησε , τον συνέλαβαν και τον εκτέλεσαν. Τα όσα υπέφερε η οικογένειά της τα περιέγραψε λίγο πριν πεθάνει ):



 «… Από την Προύσα φύγαμε το Σεπτέμβριο του ’22, όταν κατέρρευσε το μέτωπο. Ένας γνωστός μας στρατιωτικός ειδοποίησε να τα μαζέψουμε και να κατεβούμε στην παραλία για να μας φυγαδέψει. Ήρθαν τα καράβια, τα γαλλικά, τα εγγλέζικα. Γέμισε η παραλία με κόσμο. Μια γυναίκα που ήταν έγκυος έπεσε στην πλατφόρμα και περνούσαν από πάνω της! Το βγάλανε το παιδί, αυτή όμως πέθανε. Με είχε εμένα η μητέρα στην αγκαλιά και καθόταν στην πλατφόρμα άκρη-άκρη εκεί στη θάλασσα, κι έλεγε αν έρθουν να μας σφάξουν, να πέσει με το παιδί της στη θάλασσα. Ο δε αδερφούλης μου, ο Ζαχαρίας, άφαντος! Πού να πάει η μητέρα μέσα στον πανζουρλισμό να ψάχνει το παιδί! Κάποια στιγμή ήρθε και τη βρήκε.«Βρε, που ήσουνα;» «Πήγα να κολυμπήσω!». Πήγε να κολυμπήσει στη θάλασσα! Το βάζει το μυαλό σου; Την άλλη μέρα, πλησίασε ένα ελληνικό καράβι. Μπήκαμε μέσα, βρήκαμε μια θέση να καθίσουμε. Μια οικογένεια έστρωσε να φάνε. Λένε στη θεία Ελένη: εσύ έχεις ένα παγούρι νερό, δώσε μας να πιούμε και να πάμε να σας φέρουμε . Απ’ το καράβι, όμως, πού να φέρεις νερό; Το’ δωσε η θεία και μείναμε χωρίς νερό. Η μάνα μου έπαθε αφυδάτωση. Ο ξάδερφος μου, ο Σωτήρης, με το Ζαχαρία να πηγαίνουν στις μηχανές και να βάζουν κυπελλάκια να μαζέψουν τα υγρά που πέφτανε, να της φέρουν να πιει.
 Ποιος θα εμπιστευόταν έναν πρόσφυγα;

 Βγήκαμε στη Ραιδεστό με το καράβι, κατεβήκαμε και ξανά πάλι στο τρένο για την Αδριανούπολη. Ο κόσμος εκεί είχε ξεσηκωθεί να υποδεχτεί τους πρόσφυγες, αλλά έγινε φασαρία με τους Τούρκους, κι αναγκαστήκαμε να μπούμε πάλι στα τρένα. Δεν χωρούσανε όλοι κι ανεβήκανε ακόμα και πάνω στις σκεπές. Κι έτσι ήρθαμε στην Ελλάδα… Φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, στα στρατόπεδα που μένανε παλιά οι Άγγλοι στρατιώτες στον ευρωπαϊκό πόλεμο. Εκεί πάλι, είχαν αφήσει πολεμοφόδια. Κάθε μέρα γίνονταν εκρήξεις. Πεθαίνανε παιδιά που πειράζανε ό,τι βρίσκανε. Έσκαγαν οι οβίδες και είχαμε θανάτους πολλούς. Κάποια φορά, η μητέρα με τον Ζαχαρία και οι θείοι μου γύριζαν τη Θεσσαλονίκη να νοικιάσουν σπίτι. Μα, έλεγα στη μητέρα μου μετά, στην κατάσταση που ήσασταν, βρωμεροί, τσαλακωμένοι, πατημένοι, ποιος θα σας νοίκιαζε σπίτι; Ποιος θα εμπιστευόταν έναν πρόσφυγα; Η εγκατάσταση στην Ελλάδα: τα πρώτα χρόνια και ο ρατσισμός Κι έτσι πήγαμε στα Σέρρας – μας είχαν πει ότι εκεί είχε άδεια σπίτια – και στην αρχή μείναμε σ’ ένα αρχοντικό. Του «Αλή πασά», έτσι το λέγανε. Στη σάλα καθόταν μια οικογένεια, στα δωμάτια μια άλλη… Στη συνέχεια χτίσαμε σπίτι, αλλά ούτε παράθυρα ούτε κουφώματα είχε γιατί δεν υπήρχε ξυλεία. Το μισό δωμάτιο δεν είχε πάτωμα. Φέρνανε ξυλεία αλλά πού να φτάσει για όλον αυτό τον κόσμο που ήθελε να χτίσει!


 «Οι ντόπιοι δεν μας θέλανε»

 Αλλά κι αφού ήρθαμε στα Σέρρας, οι ντόπιοι δε μας θέλανε. Πήγαινε ο θείος να πάρει ζάχαρη για το τσάι και δεν του δίναν. Κάρβουνα δεν δίναν σε πρόσφυγα! Να, ο ρατσισμός πώς ήταν! Εγώ μέχρι που τέλειωσα το σχολείο, στην Ελλάδα, βιβλία δεν είχα, εκτός από το αναγνωστικό κι ένα βιβλίο φυσικής! Η ιστορία ήταν ένα τεύχος σαν κόμικς, ούτε γραμματική είχα, τα μαθηματικά μας τα ‘λεγαν προφορικά και τα σημειώναμε. Κι εγώ έπαιρνα και διάβαζα από τα βιβλία των αγοριών, που τα είχαν φέρει από την πατρίδα, γιατί εκεί είχαν όλα τα βιβλία, είχαν και σάλπιγγες και κάνανε και μουσική! Μόνο τις σάλπιγγες δεν μπόρεσαν να φέρουν! Όλα τα είχαμε στην πατρίδα!».
«Ο τόπος μας ξεπάστρεψε- Πέθαναν οι μισοί»
   

 Ευάγγελος Γκάλας (από το χωριό Κόλντερε, κοντά στη Μαγνησία):

 «…Πήγαμε πάλι στη Θεσσαλία. Βάλαμε καπνά στον Αλμυρό,δουλέψαμε όλοι, νέοι, γέροι, γυναίκες και παιδιά. Είχε όμως ελονοσία και μας θέρισε, πέθαναν οι μισοί. Ο τόπος μας ξεπάστρεψε. Κερδίσαμε πολλά, μα τι τα θες; Μετά φοβηθήκαμε την αρρώστια και πήγαμε στη Θήβα. Μείναμε κι εκεί λίγο και κάναμε καπνά, μετά πήραμε αποζημίωση κι ήρθαμε δω. Μπήκαμε σε καλές δουλειές. Ο αδερφός μου έπιασε δουλειά στο σιδηρόδρομο- εγώ έγινα φορτοεκφορτωτής στο σταθμό. Πήρα και σπιτάκι στην Καισαριανή το ’26…».

  Ανδρονίκη Καρασούλη Μαστορίδου :

«…Στους Σπαρταλιώτες έδωσαν 24 ώρες προθεσμία να φύγουν. Άλλοι με τα πόδια, άλλοι με αμάξι πήραν τον δρόμο της εξορίας. Στο δρόμο τους έγδυσαν και απ’ αυτά που μπόρεσαν να πάρουν μαζί τους. Οι δικοί μας είχαν την προνοητικότητα να βάλουν σόλες στα παλιά τους παπούτσια και μέσα απ’ αυτήν να στρώσουν φλωριά όσα μπορούσαν. Αν και τα τρύπησαν τα καρφιά του τσαγκάρη, αυτά τουλάχιστον έμειναν. Με χίλια βάσανα έφθασαν στην Μερσίνα.
     Εκεί τους παρέλαβαν Ελληνικά πλοία, δυστυχώς και ο πλοίαρχος και το πλήρωμα ήσαν εναντίον των προσφύγων. Τους βασάνισαν όσο δεν φαντάζεσθε. Νερό δεν τους έδιναν και τους ανάγκαζαν να πιουν θαλάσσιο νερό. Έκαμαν δεκατέσσερις μέρες στο βαπόρι, όταν σταματούσε το βαπόρι στα νησιά, μια λίρα χρυσή την στάμνα το νερό τούς πουλούσαν οι νησιώτες. Και ενώ με λαχτάρα τραβούσαν την στάμνα δεμένη με σχοινί, το πλήρωμα έκοβε το σχοινί και έμεναν με την λαχτάρα. Πάει και η στάμνα, πάει και η λίρα. Από τα θαλάσσια νερά που ήπιαν μια ξαδέλφη του Κυριάκου Δέσποινα Χότζογλου έπαθε μόλυνση των εντέρων εικοσάχρονη κοπέλα και ύστερα από μερικές μέρες στης πεθεράς μου πέθανε και αυτή. Ποιος ξέρει και πόσοι άλλοι.


«Πόσα ανθρωπόμορφα θηρία υπάρχουν ανάμεσά μας;»

 Αλήθεια πόσα ανθρωποφόρα θηρία υπάρχουν ανάμεσά μας; γιατί τους βασάνιζαν τους βασανισμένους; τι ήθελαν; δεν έβλεπαν τα χάλια τους; διωγμένοι από τη χώρα τους, από τα σπίτια τους, χωρισμένοι απ’ τα αγαθά τους, ίσως ίσως εξ αιτίας τους. Τι ήθελαν και ήλθαν στις χώρες αυτές; για να ερεθίσουν τα θηρία εκείνα; αφού δεν ήσαν άξιοι να κρατήσουν όσα κατέκτησαν και μας άφησαν ύστερα στην οργή τους; ενάμισι εκατομμύρια Χριστιανισμός εχάθη εξ αιτίας τους. Και τώρα στα υπολείμματα, στα ανθρώπινα ράκη, όπως κατάντησαν οι ίδιοι, είχαν τον σαδισμό να τους βασανίσουν. Ας όψονται οι υπεύθυνοι…».
«Ο κόσμος πέθαινε κάθε μέρα»

 Καλλισθένη Καλλίδου (από τo χωριό Φερτέκι της Καππαδοκίας, κοντά στη Νίγδη).

«Δεκαπέντε μέρες μείναμε στα βαπόρια. Έπειτα φτάσαμε στον Πειραιά. Απ’ τον Πειραιά μόνο τα σύρματα ξέρω. Στα σύρματα είκοσι μέρες μας κρατήσανε. Αμάν, πολύ μας ρεζιλέψανε, πολύ μας βασανίσανε. Μας βάλαν στη σειρά. Τα μικρά και τις γριές απ’ τη ρίζα μας κουρεύανε. Έκλαιγα, φώναζα: — Ψάξε με, δες με, δεν έχω ψείρες! Με το ζόρι με κουρέψανε. Σαν κολοκύθι με κάνανε. Πολύν καιρό έπειτα ντρεπόμουνα να βγω στην αγορά να ψουνίσω.
      Μας γδύσανε. Ό,τι φορούσαμε στον κλίβανο, άντε, τα βάλανε. Παπούτσια δεν είχαμε έπειτα να φορέσουμε. Μας δίνανε να φάμε. Είχαμε και μαζί μας. Όμως στην καραντίνα μεγάλο ρεζιλίκι, μεγάλο σεφιλίκι (κακοπάθεια) ήτανε. Είκοσι μέρες κράτησε.
      Από τον Αι-Γιώργη, απ’ τον Πειραιά, μας βάλανε στο βαπόρι, στη Θεσσαλονίκη μας φέρανε. Μας βγάλανε και μας αφήσανε. Στα σοκάκια της Θεσσαλονίκης μας αφήσανε. Στα σοκάκια της Θεσσαλονίκης πεταμένοι ήμαστε. Έτσι ξαπλωμένοι, μέσα στα σοκάκια. Περνούσε κόσμος και μας έβλεπε. Αμάν, ρεζιλίκι!
      Πέρασε ένας άντρας, ένας τρανός. Μας πέταξε μια πεντάρα. Έπιασα την πεντάρα, φώναζα, έκλαιγα: —Εμείς έχομε λεφτά! Εμείς έχομε να φάμε! Αφήσαμε τα σπίτια μας, τόσα αμπέλια αφήσαμε! Δεν είμαστε ζητιάνοι εμείς! — Άσε την πεντάρα. Ησύχασε έλεγε η μητέρα μου. Η μάνα μου άρρωστη ήταν. Ένα κουβάρι μαζεμένη καθότανε.
      Περνούσε ο κόσμος. Μας βλέπανε από μακριά. Δεν ερχόντανε κοντά μας:
      — Προσφυγιά! προσφυγιά! λέγανε και περνούσανε….».
 «Τους έδεσαν με σίδερα και τους πέταξαν στη θάλασσα»

 Δέσποινα Συμεωνίδου από το χωριό Κενάταλα της Καππαδοκίας, κοντά στο Γκέλβερι.

«…Στη Μερσίνα μείναμε μια βδομάδα στα σύρματα… ύστερα ήρθε το βαπόρι και μας πήρε. Στο ταξίδι έκανε φουρτούνα και οι γυναίκες λιγοθυμούσαν από το φόβο τους. Άκουγες φωνές, κλάματα. Εγώ είχα μαζί μου τον άντρα μου, τη μάνα μου και τα τρία παιδιά μου, το Χαράλαμπο, το Δημήτρη και τη Μαρίκα, από ένα ως έξι χρονώ. Ευτυχώς δεν έπαθα τίποτε άφησα τα παιδιά σε μια γωνιά του βαποριού κοντά στη μάνα μου και κουβαλούσα νερό στις λιπόθυμες γυναίκες. Μερικοί άνθρωποι δε βάσταζαν από τα βάσανα που τράβηξαν και πέθαναν στο βαπόρι τους έδεσαν με σίδερα και τους πέταξαν στη θάλασσα. Επιτέλους φτάσαμε στον Πειραιά. Άλλοι κατέβηκαν εκεί εμείς συνεχίσαμε το ταξίδι για την Καβάλα. Μας πήγαν στο Τσινάρ Ντερέ, κοντά στη σημερινή Νέα Καρβάλη. Δυο χρόνια μείναμε εκεί κάτω από τα τσαντίρια. Ο κόσμος αρρώσταινε και πέθαινε κάθε μέρα. Πέθανε ο άντρας μου, πέθανε και το παιδί μου ο Χαράλαμπος. Τη νύχτα έρχονταν τα τσακάλια, σκάβανε τους τάφους και έτρωγαν τους πεθαμένους..».

ημεροδρόμος

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Ολόκληρο το βιβλίο - ντοκουμέντο «ΠΡΟΔΟΤΕΣ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ». Μια έκδοση του "Ριζοσπάστη" του 1944


Του Γ.Γ. / Βαθύ Κόκκινο

 Ηταν πολύ χρονοβόρο να αναρτήσουμε, στο διαδίκτυο, σε μορφή κειμένου, ένα βιβλίο – ντοκουμέντο που ξεδιπλώνει όμως ανάγλυφα μια ολόκληρη πρόσφατη ιστορική εποχή.
Και εννοούμε  μια έκδοση του «Ριζοσπάστη» του 1944 που έχει τίτλο: «ΠΡΟΔΟΤΕΣ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ».
Στα εφτά κεφάλαια του βιβλίου παρακολουθούμε όλη την ιστορική εξέλιξη, από την επίθεση των δυνάμεων του άξονα στην χώρα μας, μέχρι της παραμονές της απελευθέρωσης.

Πρόκειται για ένα μοναδικό βιβλίο ντοκουμέντο που κατονομάζει πρόσωπα και καταστάσεις το οποίο –αν και με ακατέργαστο γραπτό λόγο- είναι συγκλονιστικό ειδικά όταν περιγράφει τα φρικαλέα εγκλήματα των Ταγμάτων Ασφαλείας σε βάρος του Ελληνικού λαού, την προδοτική στάση του ΕΔΕΣ, των ΕΕΕ καθώς και άλλων οργανώσεων που συνεργάστηκαν με τις κατοχικές δυνάμεις.

Παραθέτουμε τον τίτλο και ένα μικρό απόσπασμα από κάθε κεφάλαιο:



Ο  ίδιος ο Μεταξάς με την κλίκα του παζάρευε από το 1937 το ξεπούλημα της ’Ελλάδας στο Χίτλερ. Ενώ ο πόλεμος έφθανε στις πόρτες μας η δικτατορία άφηνε τον τόπο τελείως απαράσκευο πολεμικά, έπαιρνε άχρηστο πολεμικό υλικό από τη Γερμανία και εξακολουθούσε να κρατάει έξω από το στράτευμα εμπειροπόλεμους Αξιωματικούς και να καταδιώκει εκατοντάδες χιλιάδες Ελληνες για τα πολιτικά και κοινωνικά τους φρονήματα. …

Ετσι η κυβέρνηση της Βασιλομεταξικής δικτατορίας, αποδείχτηκε στην πράξη ο μεγαλύτερος πράκτορας του Χίτλερ και του Μουσολίνι στη χώρα μας προπαρασκευάζοντας με όλους τους τρόπους την ήττα και την υποδούλωση του Ελληνικού Λαού.

Στις πιο εμπιστευτικές θέσεις του Κράτους τοποθετούνταν πληρωμένοι πράκτορες του Χίτλερ και του Μουσολίνι ή στην επιεικέστερη εκδοχή άνθρωποι με πολύ ελαστική εθνική συνείδηση.


Η ΟΠΝΕ οργανώνει αστυνομική ομάδα από κοινούς εγκληματίες απ' τον Παπαφώτη, το Φράγκου, τους Μαντάδες, τον Παπαγρηγοράκη, τους διερμηνείς και βασανιστές της Γκεστάπο Κωσταντινίδηδες και άλλους εγκληματικούς τύπους.

Η ΕΣΠΟ με τους παλιούς πράκτορες των Γερμανών γιατρούς Τσόλκα και Στεροδήμο τον Τριαντόπουλο, Γαβαλά, Βελόπουλο κ. ά. σαν αρχηγούς κατορθώνει να τραβήξει στις γραμμές της και στην υπηρεσία των Ιταλών και Γερμανών μερικές εκατοντάδες από αλήτες στις συνοικίες.

Παράλληλη δράση αναπτύσσει η οργάνωση ΟΕΔΕ με αρχηγούς τον Ξηροτύρη, Παναγιωτόπουλο και Παντελόγλου. Η οργάνωση αυτή διοικείται κατ’ ευθείαν από Γερμανούς Αξιωματικούς της Γκεστάπο.

Η οργάνωση των ΕΕΕ. Αυτή δεν φτιάχτηκε με την είσοδο των καταχτητών στη χώρα μας. Ήτανε ο επίσημος φορέας της Χιτλερικής πανούκλας πολλά χρόνια πριν στην Ελλάδα χάρις στην υποστήριξη ορισμένων Κυβερνήσεων από τα 1930 και δώθε. …
Με την εγκατάσταση του αρχηγού της οργάνωσης Γούλα στην Αθήνα η Γκεσταπίτικη δράση των ΕΕΕ επεκτείνεται  Το επιτελείο της αποτελείται από τους πεμπτοφαλαγγίτες στρατηγούς Μπάκο, Σκλαβούνο, Καβράκο, Σκυλακάκη και από τους γνωστούς Συνταγματάρχες Παπαδόγκωνα, Κουρκουλάκο. Σουλιώτη κ.α.
Κάτω από την αμέριστη υποστήριξη των Γερμανών της Κυβέρνησης και ορισμένων πολιτικών Αρχηγών σαν τον Γονατά, αρχίζουν την οργάνωση των ανεξάρτητων ταγμάτων της Πελοποννήσου υπό τον Παπαδόγκωνα.


Ό ΕΔΕΣ ανίκανος ποια να ασκήσει την παραμικρή επιρροή μέσα στο λαό ξεσκεπάζεται σαν το ποιο λυσσασμένο όργανο του καταχτητή και ξαπολύει την επίθεση που από καιρό προετοίμαζε. Ουσιαστικά έχει ποια στα χέρια του τον κρατικό μηχανισμό και ο Ταβουλάρης είναι το ποιο πιστό όργανο στα χέρια του ΕΔΕΣ, των Γερμανών, του Γονατά, του Βουλπιώτη και του Παπαγεωργίου.

Ο Παπαθανασόπουλος στις 17-11 -43, σε συγκέντρωση Αξιωματικών του ΕΔΕΣ τους είπε επί λέξει τα εξής: «Η συνεργασία μας μέ τήν Κυβέρνηση έγκειται στο ότι έμείς ρυμουλκούμε την Κυβέρνηση. Έτσι κατορθώσαμε νά ίδρύσωμε τά Τάγματα Ασφαλείας».
Πρόσθεσε πως ο Βουλπιώτης είναι ο ποιο αγνός πατριώτης και έχει προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες στον ΕΔΕΣ με τις γνωριμίες του με τους Γερμανούς. Τις δηλώσεις αυτές του Παπαθανασόπουλου τις βεβαιώνουν αυτόπτες μάρτυρες που πήραν μέρος στη συγκέντρωση.

Ετσι ο ΕΔΕΣ με το στόμα των αρχηγών του ξεσκεπάζεται σαν η υπερκυβέρνηση προδοτών που δημιουργεί τα οπλισμένα από τους  Γερμανούς προδοτικά τάγματα και δέχεται τις Γερμανικές ευκολίες μέσω Βουλπιώτη.


Οι οργανώσεις αυτές αποτέλεσαν ένα συνασπισμό με τον τίτλο Πανελλήνιος Απελευθερωτικός Συνασπισμός «ΠΑΣ» που περιλαμβάνει την Εθνική Δράση, την Αγωνιζομένη Ελλάδα, την Τρίαινα, την Ιερή Φάλαγγα, την ΠΕΑΝ, την X, το Εθνικό Κομιτάτο, τα Ε.Ε.Ε. και δύο τρεις άλλες χωρίς σημασία οργανώσεις. ..
Υπάρχει στη χώρα μας καταχτητής, στενάζει ο Λαός μας και εξοντώνεται, αγωνίζεται τον τιτάνιο αγώνα για την απελευθέρωση του. Ολα αυτά δεν υπάρχουν για τον ΠΑΣ και για τους Εμποροβιομηχάνους που τον χρηματοδοτούν. Υπάρχουν μόνον κομμουνιστές και Εαμίτες για εξόντωση. ..

Η οργάνωση X είναι η ποιο δυναμική οργάνωση που έχει ο ΠΑΣ. Πιστά στις διαταγές του Αρχηγού τους και εκτελώντας τις διαταγές του ΠΑΣ τα όργανα της Χ σ’ όλες τις συνοικίες αναπτύσσουν έντονο χαφιεδική δράση.
Κάνουν εξακριβώσεις και ετοιμάζουν τους καταλόγους για τα έκτακτα τοπικά στρατοδικεία του Λάμπου και του Μπός που εκτελούν επί τόπου δεκάδες Ελληνες. Αμα τους έρχεται βολικό κάνουν και οι ίδιοι επιδρομές.

Ο λοχαγός Σταυρόπουλος επικεφαλής τάγματος της X έκανε επιδρομή στου Γκύζη στις αρχές του Φλεβάρη. Σκότωσε, τραυμάτισε, έδειρε και μάζεψε 50 πολίτες που τούς άφησε αφού τους ξυλοκόπησε άγρια. Είναι χαρακτηριστικό πως ο ίδιος και οι οπαδοί του φορούσαν στην επιδρομή προσωπίδες για να μην αναγνωρίζονται προσπαθώντας να σκεπάσουν τις άτιμες πράξεις τους εναντίον του λαού.

Στην επιδρομή των Γερμανοτσολιάδων και του Μπουραντά στις βορειοανατολικές συνοικίες της Αθήνας στις 21-23 Απρίλη οι αλήτες αρχηγοί του Παγκρατίου Αλέκος και Νίκος Παπαγεωργίου μαζί με τους οπαδούς τους πήραν ενεργό μέρος. Είχαν έτοιμους τους καταλόγους για συλλήψεις και θέριζαν τον κόσμο με τα πολυβόλα τους. Οι ίδιοι Παπαγεωργίου έχουν κάνει σειρά συλλήψεις στο Παγκράτι Λαϊκών αγωνιστών που τους οδηγούν στα Τάγματα των Τσολιάδων όπου τους υποβάλουν σε φρικώδη βασανιστήρια.


Είναι γνωστό πως από τις φυλακές Συγγρού με εντολή του Ράλλη απολύθηκαν πολλοί κατάδικοι εγκληματίες, διαρρήκτες και κλέφτες αφού δήλωσαν και κατατάχτηκαν στα τάγματα Ασφαλείας. Αυτές είναι οι ορδές που οι Γερμανοί, ο Γονατάς και ο Ράλλης ρίχνουν κατά των συνοικιών της Αθήνας, κατά του ηρωικού Λαού των επαρχιών και των ανταρτών μας. ..

Τα μεσάνυχτα της 15 του Μάρτη ξεκίνησε από το υπουργείο Ασφαλείας μια φάλαγγα με αυτοκίνητα από τσολιάδες, χωροφύλακες και γερμανούς για την Καλογρέζα με επικεφαλής τον Πλυτζανόπουλο, το Γκίνο. το Λάμπου και τον Μπός. Εζωσαν όλο το συνοικισμό. Τα χαράματα άρχισε η ηρωική εξόρμηση. Μπήκαν στα σπίτια τα λεηλάτησαν κι έπιασαν όλους τους άντρες του συνοικισμού. Τους έβαλαν γονατιστούς γύρω απ’ το σχολείο που είχαν το επιτελείο τους και τους κράτησαν με τα χέρια ψηλά όλη την ημέρα.

Διάλεξαν απ’ αυτούς με κατάλογο 5, τους πήραν στο σχολειό κι’ άρχισαν να τους χτυπούν τόσο που τους έκαναν αιμόφυρτη μάζα. Ανάμεσα σ' αυτούς και μια νέα κοπέλα 18 χρονών που αφού την έγδυσαν τελείως της έκαψαν τα βυζιά και της τύλιξαν το κορμί με το σύρμα ενός βούρδουλα Αφού τελείωσε το μαρτύριο αυτό διάλεξαν άλλους 19 εργάτες τραβώντας τους από τα μαλλιά και τους παράδωσαν στο εκτελεστικό απόσπασμα του Μπές, των διερμηνέων του, των τσολιάδων και των χωροφυλάκων. 

Θα μείνουν αξέχαστα για τις μελλούμενες Ελληνικές γενιές τα τελευταία λόγια ενός εργάτη προς το Λάμπου και Πλυτζανόπουλο: «Από σάς δέν ζητάμε τίποτε. Πεθαίνουμε μόνο μέ τό παράπονο πώς δέν προφτάσαμε νά ζήσουμε στήν έλεύθερη 'Ελλάδα έστω καί μιάν ώρα».

Αφού εκτέλεσαν αυτούς τους 24 ήρωες με τη γνωστή γερμανικά μέθοδο Κατόν σώριασαν στ’ αυτοκίνητα τους 200 άνδρες του συνοικισμού και τους τράβηξαν στο Χαϊδάρι οι γερμανοί σαν υλικό για σφάξιμο. Σπαραχτικές κραυγές και κατάρες συνόδεψαν τους απαίσιους κακούργους. Η εκδίκηση φώλιασε βαθειά μέσα στα στήθια της ηρωικής Καλογρέζας.


Ο παλιός πολιτικός κόσμος της χώρας, όσος δεν πέρασε στη διάρκεια της κατοχής ανοιχτά με τον καταχτητή υπέθαλψε μ’ όλα τα μέσα που είχε στη διάθεσή του την οργάνωση της προδοσίας στη χώρα μας.

Στάθηκε στην αρχή τελείως αδιάφορος μπροστά στην υποδούλωση και πήρε μια ειρωνική θέση μπροστά στις προσπάθειες να οργανωθεί η Αντίσταση του Έθνους. Μα εκείνο που έκανε τους πολιτικούς αρχηγούς όλο και ποιο αντίθετους στη θέση για συνεχή πόλεμο, στα μέτωπα και στα μετόπισθεν του εχθρού, ήταν το γεγονός πως λαϊκές δυνάμεις, έξω απ’ αυτούς και παρά τη θέλησή τους, πήραν στα χέρια τους τη σημαία του Εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.

Το γεγονός αυτό τους έβγαζε όλο και ποιο πολύ από την παθητικότητα που σιγά σιγά μεταβλήθηκε για ορισμένους τουλάχιστον πολιτικούς αρχηγούς σε μια άγρια αντιλαϊκή ενεργητικότητά τους που έφτασε πολλές φορές σε στενή ένωση με τον καταχτητή.

Αν σήμερα υπάρχει στη χώρα μας κυβέρνηση Κουϊσλγκ και αν το Κράτος των προδοτών πλάι στον καταχτητή οργιάζει σε βάρος του Ελληνικού Λαού, αυτό οφείλεται και στη στάση του πολιτικού αυτού κόσμου της χώρας.


Όλα αυτά τα αντεθνικά συγκροτήματα, όλες οι κλίκες των προδοτών, όλες οι συμμορίες των εγκληματιών, έχουν στήριγμα τώρα και ελπίδα για αύριο, τους τεταρτοαυγουστιανούς του Καϊρου.

Οι κύκλοι του Γκλύξμπουργκ κρατούν μ' όλους αυτούς επαφή και σύνδεση, τους ενθαρρύνουν και τους ενισχύουν να προδίνουν και να σφάζουν τον αγωνιζόμενο λαό. Κι’ αυτοί αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό. Με τη βοήθεια των γερμανών, να εξοντώσουν τους πατριώτες και να γονατίσουν τον αγωνιζόμενο λαό για να ξανακαθίσουν στο σβέρκο του τη φασιστική τους τυραννία.

Ο Τσουδερός μονάχα ύστερα από πολλές προειδοποιήσεις των εδώ πρακτόρων του έκανε μια τυπική και αόριστη αποκήρυξη των γερμανοτσολιάδων για να ρίξει στάχτη στα μάτια του αγριεμένου απ' τις σφαγές λάου της Αθήνας και όλης της Ελλάδας. Μα ποτέ δε θέλησε να αποκηρύξει τους αρχηγούς των σφαγέων τους Ντερτιλήδες και τους Γονατάδες. Ούτε την Ειδική Ασφάλεια και τις συμμορίες του ΕΔΕΣ, X κλπ. Ούτε απλή διαμαρτυρία έκανε για τις σφαγές της Καλογρέζας και της Κοκκινιάς. Αντίθετα έστελνε γράμματα και ενίσχυε τους δολοφόνους να σφάζουν το λαό.

Και ο Παπανδρέου συνεχίζει την ίδια πολιτική του Τσουδερού. Ούτε μια λέξη ενάντια στους σφαγείς τσολιάδες, Ειδική, Χωροφυλακή, ΕΔΕΣ, X. Αντίθετα μιλάει για δήθεν τρομοκρατία των ανταρτών του ΕΛΑΣ και ενθαρρύνει τους γερμανούς και τους προδότες να σφάζουν το λαό.

Το Κάιρο είναι δεμένο στενά και συνυπεύθυνο για το ‘Ελληνικό αίμα που χύνουν οι προδότες.

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Εκκλησία - Κατοχή - Χούντα: Ας μιλήσουμε, λοιπόν…




Το εκκλησιαστικό ιερατείο έχει κριθεί. Και για την Κατοχή, τότε που όριζε «κυβερνήσεις» δοσίλογων. Και για την επταετία, τότε που «διάβαζε» υπηρετώντας τη χούντα.Κρίνεται από τη μαυρίλα που αποπνέουν εκλεκτοί μητροπολίτες - υμνητές του χρυσαυγιτισμού. Αφού, όμως, ο κ.Ιερώνυμος θέλει να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα για την στάση της ιεραρχίας απέναντι στην Κατοχή και στην χούντα, πολύ ευχαρίστως.

του Νίκου Μπογιόπουλου


Ξεκαθαρίζουμε εξ αρχής: Τα του Φίλη με τα θρησκευτικά είναι τριτεύουσας αξίας. Όχι γιατί δεν πρέπει να επέλθει η αντικατάσταση του κατηχητικού μαθήματος των θρησκευτικών με το μάθημα της θρησκειολογίας, αλλά γιατί η κυβέρνηση του κ. Φίλη αν ενδιαφερόταν για την ουσία του θέματος - κι αυτό είναι οι σχέσεις μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας - θα το είχαμε καταλάβει. Θα το είχαμε καταλάβει και όταν η παρούσα κυβέρνηση υποδεχόταν με τιμές αρχηγού κράτους τα… λείψανα της αγίας Βαρβάρας και κυρίως θα το είχαμε αντιληφθεί με τις θέσεις του κ. Τσίπρα για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Αλλά, όπως είδαμε, και εκεί ο ΣΥΡΙΖΑ αναπαράγει το υφιστάμενο καθεστώς, που σημαίνει αναπαραγωγή της σύμφυσης Κράτους – Εκκλησίας.

Ως εκ τούτου η υπόθεση με το μάθημα των θρησκευτικών δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από την προηγούμενη υπόθεση με τις ταυτότητες, όπου εντελώς τριτεύοντα ζητήματα αξιοποιούνται στο πινγκ – πονγκ του ψευδοεκσυγχρονισμού με τον σκοταδισμό για να συγκαλυφθούν τα ουσιώδη, μέσω της συνδαύλισης αντιθέσεων δευτερεύουσας σημασίας που πλασάρονται σαν δήθεν «κυρίαρχες» για να απασχολείται η κατά τα άλλα γονατισμένη και εξανδραποδιζόμενη κοινωνία.

Από εκεί και πέρα, όμως, αφού ο κ. Ιερώνυμος θέλει να μιλήσουμε για την στάση της ιεραρχίας απέναντι στην Κατοχή και στην χούντα, πολύ ευχαρίστως:

Κατοχή


Από τους 7.000 περίπου κληρικούς της εποχής της Κατοχής, πάνω από τους μισούς πήραν ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Ενώ όμως οι απλοί κληρικοί, ως γνήσια παιδιά του λαού, έδιναν το πατριωτικό «παρών», το ιερατείο όχι απλώς «απουσίαζε», αλλά αποτελούσε και στήριγμα των κατακτητών και της εγχώριας αντίδρασης.

Ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος της εποχής, ο Δαμασκηνός, διορίστηκε στη θέση του από την κατοχική «κυβέρνηση» του Τσολάκογλου. Στις επιστολές του προς την «κυβέρνηση» των προδοτών, ο Δαμασκηνός ευλογούσε τους «Κουίσλιγκ», δηλώνοντας ότι «αποβλέπομεν μετά βαθείας εκτιμήσεως προς την τολμηράν πρωτοβουλίαν την οποίαν αναλάβατε», ενώ χαρακτήριζε τη συνθηκολόγηση με τους κατακτητές σαν «μέτρον ανάγκης»...

Από την πλευρά τους, οι επικεφαλής του Αγίου Όρους έστειλαν μέχρι και επιστολή προς τον Χίτλερ, με την οποία καλούσαν την «Υμετέρα Εξοχότητα» (σ.σ: τον Χίτλερ) να «αναλάβη υπό την υψηλήν προσωπικήν Αυτής προστασίαν και κηδεμονίαν» το ΑγιοΟρος...
«Εξοχότατε, οι βαθυσεβάστως υποσημειούμενοι Αντιπρόσωποι των Είκοσιν Ιερών Βασιλικών Πατριαρχικών και Σταυροπηγιακών Μονών του Αγίου Ορους Αθω, λαμβάνομεν την εξαιρετικήν τιμήν ν' απευθυνθώμεν προς την Υμετέραν Εξοχότητα και παρακαλέσωμεν Αυτήν θερμώς, όπως, ευαρεστημένη, αναλάβη υπό την Υψηλήν προσωπικήν Αυτής προστασίαν και κηδεμονίαν τον Ιερόν τούτον Τόπον (...) Οι μοναχοί του Ορους Αθω οθενδήποτε και αν κατάγονται θα διατηρήσουσιν τα κτήματα και τα πρότερα αυτών δικαιώματα και θ' απολαύουσιν, άνευ ουδεμιάς εξαιρέσεως, πλήρους ισότητος δικαιωμάτων και προνομίων (...). Την διατήρησιν του καθεστώτος τούτου της αυτονόμου μοναχικής πολιτείας, ικανοποιούντος πλήρως άπαντας τους εν Αγίω Ορειεν ασκουμένους ανεξαρτήτως εθνικότητος Ορθοδόξους μοναχούς και εναρμονιζόμενοι προς τον σκοπόν και την αποστολήν αυτών, παρακαλούμεν και ικετεύομεν θερμώς την Υμετέραν Εξοχότητα όπως αναλάβη υπό την υψηλήν προστασίαν και κηδεμονίαν Αυτής. Τον Βασιλέα των Βασιλευόντων και Κύριον των Κυριευόντων εξ όλης ψυχής και καρδίας ικετεύοντες, όπως επιδαψιλεύση τη Υμετέρα Εξοχότητιυγείαν και μακροημέρευσιν επ' αγαθώ του ενδόξου Γερμανικού Εθνους. Υποσημειούμε θα βαθυσεβάστως».

Η επιστολή έχει συνταχθεί «Εν Αγίω Ορει τη 13/26 Απριλίου 1941» και απευθύνεται «Προς την Αυτού Εξοχότητα τον Αρχικαγκελλάριον του ενδόξου Γερμανικού Κράτους ΚύριονΑδόλφον Χίτλερ εις Βερολίνον»...

Πρόκειται για την επιστολή που έστειλαν προς τον Χίτλερ - μια μέρα πριν (!) η Βέρμαχτ μπει στην Αθήνα - οι μονές του Αγίου Ορους «ικετεύοντες» να τους θέσει «υπό την υψηλήν προστασίαν και κηδεμονίαν» του!

Με αφορμή την επιστολή του Δ.Σ. του συλλόγου γονέων και κηδεμόνων του 2ου Δημοτικού σχολείου Φιλιππιάδας…


Το κείμενο της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του παραπάνω συλλόγου μου έφερε στο μυαλό ένα μικρό  αποσπάσματα από το σχολικό βιβλίο «Οδύσσεια».


Στο σημείο όπου η Ναυσικά στο νησί των Φαιάκων πρωτοσυναντά έναν ξένο, τον ναυαγό Οδυσσέα τον οποίο τα κύματα ξέβρασαν στη χώρα της (μιλάει η ίδια):

«…Ωστόσο τώρα, που σ’ αυτή την πόλη και τη χώρα καλωσόρισες, ρούχο δε θα σου λείψει να ντυθείς μήτε και τίποτε άλλο, όλα όσα πρέπουν σε πολύπαθον ικέτη που προσπέφτει. […] Όμως αυτός, περιπλανώμενος και δύστυχος, βρέθηκε κατά τύχη εδώ, και περιποίηση του πρέπει. Όλοι οι φτωχοί κι οι ξένοι είναι του Δία αποσταλμένοι∙ ακόμη κι αν τους δώσεις κάτι λίγο, νομίζεται καλόδεχτο».
Λέτε, ο Όμηρος και η αντίληψη των αρχαίων αλλά και των νεώτερων Ελλήνων για το θεσμό της «φιλοξενίας» να είναι τελικά μια ανοησία; Ή μήπως κάποιοι με άλλοθι τα σύνορα των κρατών που έχουν στηθεί βρήκαν την ευκαιρία να ορθώσουν άλλα, χειρότερα «συρματοπλέγματα», όχι στο χώμα αυτή τη φορά, αλλά στην καρδιά τους, ώστε καθετί «ξένο» να αποβάλλεται;
Ας πάμε όμως, στη συγκεκριμένη επιστολή. Αρχίζει ως εξής:  «Την Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2016 μετά τον Αγιασμό για τη νέα σχολική χρονιά, πραγματοποιήθηκε συνάντηση γονέων και κηδεμόνων στην οποία οι παρευρισκόμενοι γονείς συμφωνήσαμε τα κατωτέρω, προκειμένου να αποσταλεί η παρούσα επιστολή».

Προσωπικά, μέχρι τώρα, πάντα θεωρούσα τη διαδικασία του «αγιασμού» ως κάτι που σχετίζεται με την «ευλογία»∙ ως μια ευχή που συμβολικά εξοβελίζει το «κακό» για να προχωρήσουμε στη ζωή μας καλύτεροι από πριν. Άραγε τόσο «θετικά» επέδρασε το αγίασμα πάνω στους γράφοντες, ώστε να αισθανθούν έτοιμοι να συντάξουν αυτό το ρατσιστικό παραλήρημα που ξετυλίγεται παρακάτω;

Συνεχίζουν: «To Δ.Σ. του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του 2ου Δημοτικού Σχολείου Φιλιππιάδας δηλώνει ρητά και κατηγορηματικά, ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί σε καμιά περίπτωση και χωρίς κανένα συμβιβασμό τη συστέγαση των παιδιών των λεγόμενων παράτυπων μεταναστών…»
Πραγματικά αιχμηρός ο λόγος τους και κατηγορηματικός… Δηλώνουν απερίφραστα. Απαιτούν. Μα είναι κακό οι άνθρωποι να απαιτούν; Να δηλώνουν ότι είναι έτοιμοι να παλέψουν για την άποψή τους; Αλλά ενάντια σε ποιους ξεσπαθώνουν; «Να μην συστεγαστούν», να μην πλησιάσουν το σχολείο τους ανήλικα των 8, 9, 10 ετών- θύματα του πολέμου ή της οικονομικής εξαθλίωσης (ή και των δύο). «Είναι παιδιά παράτυπων μεταναστών». Από πού κι ως πού αποκαλούνται έτσι; Μήπως η «παρατυπία» αυτών των ανθρώπων είναι ότι πέρασαν κυνηγημένοι το Αιγαίο- νέοι, έφηβοι, ηλικιωμένοι, πολυπληθείς οικογένειες με μικρά παιδιά, μωρά, εγκυμονούσες, ανάπηρους- πολλοί δίχως καν να ξέρουν κολύμπι; Μήπως η «παρατυπία» τους είναι ότι τόλμησαν να προσπαθήσουν να σώσουν τους εαυτούς τους και τα παιδιά τους από τη φρίκη του θανάτου! Πράγματι η «παρατυπία» τους έχει στοιχειώσει για πάντα το Αιγαίο μετατρέποντας το σε ένα απέραντο υδάτινο νεκροταφείο χιλιάδων κορμιών… Μα, τι αποκοτιά από μέρους τους! Αλήθεια, γιατί δεν κάθισαν να πεθάνουν εκεί, στη χώρα τους, οι αναίσχυντοι; (!)

Αλλά, και «παράτυποι» να ήταν. Είναι αυτό επαρκής λόγος να αποκλειστούν τα παιδιά τους από τα σχολεία; «Η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει», λέει ο λαός και έχει δίκιο∙ μόνο που στη συγκεκριμένη επιστολή η «γλώσσα» που επιλέγεται τσακίζει ανθρώπινες ψυχές. Ας είμαστε τουλάχιστον ειλικρινείς… Η συχνή αναφορά στην επιστολή σε «παράτυπους πρόσφυγες» δεν γίνεται τυχαία και δεν σχετίζεται με το αν μπήκαν «νόμιμα» στη χώρα μας ή όχι. Η φράση αυτή άλλες σκέψεις επιχειρεί να ξεκλειδώσει στο μυαλό μας: «Παράτυποι πρόσφυγες»= «παράνομοι, πρόσφυγες με σκοτεινό παρελθόν και προθέσεις, επικίνδυνοι, ίσως εγκληματίες,», άρα: «παράνομα και επικίνδυνα και τα παιδιά τους». Να μη λησμονούμε όμως, ότι όσοι ισχυρίστηκαν ότι η κλίση στην παρανομία και την εγκληματικότητα είναι κληρονομική ήταν Ναζί και ευτυχώς τα τερατώδη εγκληματικά ψέματά τους έχουν καταρριφθεί επιστημονικά εδώ και χρόνια! 
Συνεχίζει το Δ.Σ.: «Οι λόγοι εναντίωσής μας είναι οι εξής: 1. Δεν είναι αναγκαίο να ενταχθούν στο σύνολο της κοινότητας μας εφόσον φιλοξενούνται όπως αρχικά διαβεβαιώσατε την τοπική κοινωνία για 6 ως 8 μήνες. Οι ίδιοι διαδηλώνουν και ζητούν να φύγουν, από την χώρα. Ποια λοιπόν είναι τα σχέδια για αυτούς και συνεπώς για την κοινωνία μας;»

Τι σημαίνει «Δεν είναι αναγκαίο να ενταχθούν στην κοινότητά μας»; Τόσο «τέρατα» είναι αυτές οι υπάρξεις στο Πετροπουλάκη; Από πότε και από πού μπαίνουν ως φυσιολογικά ερωτήματα της μορφής: «Είναι αναγκαίο να δεχθούμε ανθρώπους;», «είναι αναγκαίο να τους αναγνωρίσουμε το δικαίωμα να υπάρχουν;», «είναι αναγκαίο να τους επιτρέψουμε να ζουν;» Αυτή η μικρούλα φράση «είναι αναγκαίο;» σε αυτές τις σκέψεις δεν οδηγεί;

«Ποια λοιπόν είναι τα σχέδια για αυτούς και συνεπώς για την κοινωνία μας; Το ερώτημα απευθύνεται στους 1) Περιφερειάρχη Ηπείρου, 2) Περιφερειάρχη Πρέβεζας 3) Δήμαρχο Ζηρού, 4) Περιφερειακή Διευθύντρια Α/ΘΜΙΑΣ Εκπαίδευσης Ηπείρου, 5) Διευθυντή Α/ΘΜΙΑΣ Εκπαίδευσης Πρέβεζας, 6) Υπουργείο Παιδείας - Διεύθυνση Προσφύγων – Μεταναστών, 7) κο Μπάρκα Κων/νο Βουλευτή Ν. Πρέβεζας, 8) κο Γιαννάκη Στέργιο Βουλευτή Ν. Πρέβεζας».

Όλοι αυτοί στον έναν ή στον άλλο βαθμό πράγματι οφείλουν ν’ απαντήσουν. Το κακό όμως είναι ότι η απάντηση έχει ήδη δοθεί από την πλευρά τόσο των επίσημων φωνών και της  κυβέρνησης όσο και ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης! Κλείσιμο συνόρων, Γκετοποίηση των προσφύγων, απαγόρευση ελεύθερης μετακίνησής τους, απαγόρευση παροχής ασύλου. Όλοι αυτοί νομοθετούν, συνθέτουν, καλλιεργούν και υλοποιούν μια ολοφάνερα ρατσιστική πολιτική. Σαφώς και λένε ψέματα για το μέλλον αυτών των ανθρώπων. (Μα, μήπως λένε και την αλήθεια για το δικό μας!) Η στάση και οι αποφάσεις τους αυτό αποδεικνύουν: Επεκτείνουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τους κρατούν φυλακισμένους. Δεν εντάσσουν τα παιδιά τους στις δομές του δημόσιου σχολείου. Δεν τους αφήνουν να ενταχθούν στις πόλεις μας. Τους χρησιμοποιούν ως διπλωματικό χαρτί στους μεταξύ τους ανταγωνισμούς και τα χρήματα που πέφτουν στις τσέπες όσων «επενδύουν» στο δράμα των προσφύγων είναι πάρα πολλά για να επιτρέψουν στους τελευταίους να έχουν μια φυσιολογική ζωή.

Αντί λοιπόν, τα πυρά του Δ.Σ. να στοχεύουν αυτούς που φέρουν την ευθύνη, προτίμησαν τον «εύκολο δρόμο» (τα βάζουν με τα ανήλικα). Είναι η ίδια «λογική» που συναντάμε κι αλλού: για τη φτώχια, φταίνε οι φτωχοί/ για την ανεργία οι άνεργοι/ για την προσφυγιά και τη μετανάστευση, οι πρόσφυγες και οι μετανάστες. «Λογική» που εμποδίζει τη σκέψη να προχωρήσει, να αναλύσει, να προβληματιστεί ποια είναι τα πραγματικά αίτια. «Λογική» που σε κάνει να βλέπεις ως «ένοχο» το θύμα και να τα βάζεις μαζί του, αφήνοντας στο απυρόβλητο όλους αυτούς που προκαλούν την φτώχια, την ανεργία, τον πόλεμο και την προσφυγιά. Τυχαία λέτε να καλλιεργείται αυτή η «λογική»; (Δεν νομίζω).
Δεύτερος «λόγος»: «2. ΙΑΤΡΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ. Προέρχονται από άλλη Ήπειρο, με τελείως διαφορετικό υπόβαθρο ασθενειών και συνθηκών υγιεινής. Δεν είναι εμβολιασμένοι σύμφωνα με το Εθνικό μας σύστημα εμβολιασμού και είναι άγνωστο αν είναι έστω εμβολιασμένοι από το περιβάλλον που προέρχονται. Σε καθημερινή βάση ενημερωνόμαστε για παρουσία νέων περιστατικών από ασθένειες που έχουν εκλείψει εδώ και δεκαετίες στη χώρα μας και έχουν καταγραφεί περιπτώσεις με άκρως μεταδοτικές ασθένειες στις οποίες δεν συνεργάστηκαν καθόλου με τις υγειονομικές αρχές».

Πέρα από το γεγονός ότι μια απλή επίσκεψη στο στρατόπεδο θα τους έλυνε την απορία στο θέμα του εμβολιασμού (γιατροί και υπεύθυνοι θα τους ενημέρωναν ότι αυτοί πραγματοποιούνται), ποια είναι αυτά τα «νέα περιστατικά ασθενειών που έχουν εκλείψει εδώ και δεκαετίες στη χώρα μας και οι άκρως μεταδοτικές ασθένειες» από τις οποίες κινδυνεύουμε; Αλλά και αν πραγματικά υπήρχαν, τι θα έπρεπε να κάνουμε; να τους αφήναμε να πεθάνουν; να τους κλείναμε σαν σύγχρονους λεπρούς σε κανένα ξερονήσι, ώστε να μας απαλλάξουν από τη θλιβερή τους ύπαρξη;  Μάλλον, οι μοναδικές ασθένειες από τις οποίες κινδυνεύουν οι πρόσφυγες δεν είναι αυτές που κουβαλούν μαζί τους αλλά αυτές που μπορεί να πάθουν όσο η κυβέρνηση τους έχει μέσα στη λάσπη και το κρύο. Σε σκηνές σήμερα, σε τσίγκινα «κουτιά» αύριο. Κινδυνεύουν όσο η κυβέρνηση τους στερεί το δικαίωμα σε αξιοπρεπείς συνθήκες ζωής. Όσο εγκυμονούσες και λεχώνες βρίσκονται με νεογέννητα σε τέτοια κατάσταση. Όσο υποσιτίζονται και όσο θεωρούνται άτομα δεύτερης κατηγορίας. Αλήθεια, πόσοι φτωχοί και άνεργοι Έλληνες, συνάνθρωποί μας αντιμετωπίζουν τις ίδιες «ασθένειες» κι ας μην είναι πρόσφυγες, ξένοι; Πόσοι αναγκάζονται να διακόψουν τη φαρμακευτική τους αγωγή, γιατί απλά κοστίζει και εκείνο που προέχει είναι να ταΐσουν τα παιδιά τους με τίμημα ακόμη και τη ζωή τους; Αλήθεια, πόσα ελληνάκια ήδη υποσιτίζονται; Πόσοι είναι άστεγοι; Μήπως το θέμα των «ασθενειών» δεν σχετίζεται και τόσο με την εθνική προέλευση;

Το πρόβλημα δεν είναι ότι μπροστά μας έχουμε μια επιστολή που διατυπώνει απλά ανησυχίες για το αν πράγματι αυτά τα παιδιά είναι εμβολιασμένα. Υπό άλλες συνθήκες ένας τέτοιος προβληματισμός θα μπορούσε να θεωρηθεί φυσιολογικός. Το πρόβλημα είναι ότι η συγκεκριμένη διατύπωση είναι σαν να λέει: «Δεν μας νοιάζει αν έχουν εμβολιαστεί! Δεν τα θέλουμε! Κουβαλάνε το χειρότερο μικρόβιο: είναι πρόσφυγες, μετανάστες. Τι δουλειά έχουμε εμείς οι «νοικοκυραίοι» μαζί τους!
Συνεχίζουν: «Θεωρούμε ότι τα παιδιά αυτά χρήζουν ειδικής μέριμνας λόγω των ψυχικών τραυμάτων και των καταστάσεων που έχουν βιώσει τα τελευταία χρόνια στις πατρίδες τους. Παράγοντες που ίσως δημιουργήσουν πολλά προβλήματα στην προσαρμογή τους…».

Τόσο μεγάλο ενδιαφέρον για τα «ψυχικά τραύματα» των παιδιών και η «λύση» που προτείνεται στην επιστολή είναι να τα κλειδώσουμε στα γκέτο παρέα με τους εφιάλτες τους περιμένοντας αυτά να επουλωθούν από μόνα τους;